Το μοναστήρι
Η «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ»
Το Μοναστήρι της Τσιάτιστας εκτός από την αρχαιολογική και θαυματουργή σημασία του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορική, θρησκευτική και πολιτιστική αξία.
Τοποθεσία
Λίγο έξω από το χωριό, στους πρόποδες του βουνού «Μοναστηριώτικο» (Μπόζοβο, λέγεται από την πλευρά της Πωγωνιανής), όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι, και σε απόσταση μόνο 40 λεπτών της ώρας οδοιπορώντας, βρίσκεται το θαυματουργό μοναστήρι που γιορτάζει την 6η Αυγούστου εκάστου έτους.
Η κορυφογραμμή του βουνού καθορίζει τα ελληνοαλβανικά σύνορα και συγχρόνως χωρίζει το Πωγώνι στα δύο.
Η χάραξη της γραμμής των συνόρων ανάγεται στο «πρωτόκολλο της Φλωρεντίας» (17-12-1913), όπου η συσταθείσα, από τις τότε 6 μεγάλες δυνάμεις, Επιτροπή καθορισμού των συνόρων παραβιάζοντας την «αρχή Αυτοδιαθέσεως» αποφάσισε την ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ της ενιαίας (έως τότε) Ηπείρου.
Μαρτυρίες περιηγητών και ερευνητών
Το Μοναστήρι της Τσιάτιστας έχει, κατά καιρούς, τραβήξει την προσοχή και το ενδιαφέρον πολλών περιηγητών και ερευνητών όπως:
Μιστακίδης, Αραβαντινός, Ευαγγελίδης, Λαμπρίδης, Σπυρομήλιος, Πουλίτσας,
Άγιος Κοσμάς, Μπεντούλης.
Στις Χρονολογικές Σημειώσεις του ο Ν. Μιστακίδης (1863 – 1930) δίνει δύο ημερομηνίες για την ανέγερση του μοναστηριού : Το έτος 1182 και το έτος 1520. Δεν γνωρίζουμε όμως που βασίζεται για αυτές τις πληροφορίες.
Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή το Μοναστήρι έχει χτιστεί με έξοδα δύο μητροπολιτών και δύο ιερομόναχων οι οποίοι ποιος ξέρει από ποια αιτία βρέθηκαν εξόριστοι από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο ένας από αυτούς έκτισε την εκκλησία και οι άλλοι τρεις έκαναν τα κελιά και το αμπέλι.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή το μοναστήρι προϋπήρχε και οι μητροπολίτες το ανοικοδόμησαν. Ο τόπος που έχει ανεγερθεί το μοναστήρι ήταν βοσκότοπος υπό την κατοχή μιας βλάχικης οικογένειας. Η οικογένεια αποτελείτο από 4 αδέλφια.
Ο ένας από αυτούς, ο Δημήτρης Παπαδάτος ανήγειρε το μοναστήρι και μάλλον χάρισε και ένα μέρος της γης που ανήκε στον ίδιο.
Όπως αναφέρουν τα τότε Ηπειρωτικά Ημερολόγια για τους μεγαλοκτηματίες ευεργέτες ο Δημήτρης Παπαδάτος έφυγε σε χωριά της Πρέβεζας.
Ο Άγιος Κοσμάς που διανυκτέρευσε στο μοναστήρι γράφει ότι το χωριό πριν ονομαστεί Τσιάτιστα λεγόταν «χωριό Παπαδάτων».
Κατά τον Π. Αραβαντινό το μοναστήρι ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα.
«Λέγεται παρά των εγκχωρίων και Οψάδα, εκ του βουνού εις ου τους πρόποδας κείται, παρ’ω άλλοτε έκειτο κωμόπολις αξιόλογος φέρουσα το όνομα αυτό, ης ερημωθείσης κατά την ΙΔ΄ (14η) εκατονταετηρίδα επυκνώθησαν τα νυν χωρία Σωπική, Τσιάτιστα και Χλωμόν».
Ο καθηγητής Σ. Ευαγγελίδης θεωρεί «την της Μεταμορφώσεως εν Τσιατίστη κτισθείσαν (Μονήν) κατά τας αρχάς του ΙΖ΄ (17ου) αιώνος».
Ο Ι. Λαμπρίδης ευρισκόμενος την 6 Αυγούστου του έτους 1882 στο πανηγύρι του Μοναστηριού της Τσιάτιστας γράφει :
«Παρατυχών χάριν της συγγραφής ταύτης (Πωγωνιακά) εις την πανήγυριν της Μονής Τσιατίστης ουδέποτε θα λησμονήσω την διάχυσιν και φαιδρότητα εις ην περιήλθον εν τω μέσω νέων και αρχαίων φίλων λογίων και παντός εκλεκτού. Τα δάση αντηχούν υπό ασμάτων, τυμπάνων και μουσικής εγχωρίου. Και οι Λιάπιδες εκ των ορέων κατελθόντες και εν ιδίω δωματίω συμπανηγυρίζοντες συνηυθήμουν μεθ’ ημών αδελφικώτατα. Η εις τας υπορείας του μεγάλου της Σωπικής Λόγγου και παρά το ομώνυμον χωρίον ιδρυθείσα Μονή αύτη παρά τινος Παπαδάτου και δια του τρίτου των προσόδων του χωρίου «Τσιάτιστας» παρ’αυτού προικοδοτηθείσα ανεκαινίσθη τω 1626 υπό των αρχιερέων Ζιχνών και Νευροκοπίου Ιακώβου και Δανιήλ, μετά δεξαμενής. Λέγεται δε, οι αρχιερείς ούτοι αμαρτήσαντες εξωρίσθησαν αυτόθι. Άγνωστον δε έστιν, εάν ετελεύτησαν ή επανήλθον εις τας επαρχίας αυτών. Ην δε το ιερόν τούτο σκήνωμα και υπό την προστασίαν του Αλή, όπερ εξάγεται και εκ τινος διασωζομένης διαταγής του προς τους Λιμποχοβίτας Οθωμανούς, δι’ ης απηγορεύετο αυτοίς αυστηρότατα η ξύλευσις εν τω δάσει της Μονής ταύτης».
Μεταξύ των ηγουμένων της Μονής Τσιατίστης διεκρίθη Γερμανός τις
(1825-1827), μοχθήσας προς επαύξησιν των πόρων αυτής, ανακαινίσας κελιά και άμπελον λόγου αξίαν παρ’ αυτήν φυτεύσας και ιέρεια τις εκ Πλησιβίτσας, Τασσιά (Αναστασία) δια τας αρετάς και την αφοσίωσιν.
Υπό των αχρείων ληστών Μπιρμπίλη και Ρεσσούλη εβασανίσθη και ο ηγούμενος της Μονής Τσιατίστης Δαμιανός, ου τινάς μεν των οδόντων συνέτριψαν, άλλους δε απέσπασαν. Οι ληστές συνελήφθησαν το 1858.
Ο Σπυρομήλιος αναφέρει ότι η ανέγερση θα άρχισε περί το 1584 και ολοκληρώθηκε το 1622.
Ο Δ. Μπεντούλης λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επισκεφθείς το Μοναστήρι γράφει:
«Το Μοναστήρι βρίσκεται 45 λεπτά μακριά από το χωριό, στην νοτιοανατολική πλευρά του. Εκτός της εκκλησίας με το καμπαναριό, καμία άλλη κατοικία δεν είναι όρθια. Σχετικά με την ανέγερση του μοναστηριού υπάρχουν δύο εκδοχές.
Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή το μοναστήρι έχει χτιστεί με έξοδα δύο μητροπολιτών και δύο ιερομόναχων, οι οποίοι ποιος ξέρει για ποιο λόγο ήταν εξόριστοι σε τούτο το μέρος από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, με τη μεσολάβηση της τουρκικής κυβέρνησης. Ο ένας από αυτούς έχτισε την εκκλησία και οι άλλοι τρεις έκαναν τα κελιά και το αμπέλι. Το αμπέλι, 20 περίπου στρεμμάτων, υπάρχει και σήμερα.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, το μοναστήρι υπήρχε και νωρίτερα και οι μητροπολίτες το ανακαίνισαν. Ο τόπος που έχει ανεγερθεί το μοναστήρι ήταν βοσκότοπος υπό την κυριότητα μιας βλάχικης οικογένειας. Η οικογένεια αυτή αποτελούνταν από τέσσερα αδέρφια. Ο ένας από αυτούς, ονομαζόμενος Δημήτρης Παπαδάτος, ανήγειρε το μοναστήρι και μάλλον χάρισε κι ένα μέρος της γης που άνηκε στον ίδιο.
Δε γνωρίζουμε που βασίζεται ο Ν. Μιστακίδης, που στις χρονολογικές του σημειώσεις μας δίνει δύο ημερομηνίες για την ανέγερση του μοναστηριού: το έτος 1182 και το έτος 1520, που σημειώνει ότι κτήτοράς του ήταν ο Δημήτρης Παπαδάτος.
Όπως και να είναι, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η εκκλησία, η οποία κατά τύχη έχει διατηρηθεί σε αρκετά καλή κατάσταση. Η εκκλησία είχε χτιστεί από άσπρη πέτρα, και δεμένη πολύ καλά με λάσπη από άμμο και ασβέστη, σε μια ξεχωριστή μορφή που δεν συναντιέται σε καμία άλλη εκκλησία της χώρας. Ενώ π.χ. όλες οι εκκλησίες της βυζαντινής μορφής τον κεντρικό τρούλο τον έχουν πάνω από το καθολικό, τούτη η εκκλησία τον έχει πάνω από τον πρόναο. Πάνω από τον καθολικό έχει ένα ξεχωριστό (ιδιαίτερο) οικοδόμημα σε μορφή τόξου τοποθετημένο παράλληλα προς το μήκος της εκκλησίας. Έχει μήκος γύρω στα 16 μέτρα, συμπεριλαμβάνοντας και την είσοδο και μέσο πλάτος 3 μέτρα. Έχει επίσης τρεις αψίδες: μία στο ιερό και δύο στον καθολικό, μία από κάθε πλευρά που δίνουν στην εκκλησία μορφή σταυρού. Οι τοίχοι έχουν πάχος γύρω στα 70-80 εκατοστά.
Η εκκλησία είναι σκεπασμένη με πέτρινες πλάκες. Ο τρούλος του πρόναου έχει 8 τυφλά σοβατισμένα παράθυρα. Στις τέσσερις πλευρές του έχει ανοίγματα για φως με χρωματιστά στρόγγυλα τζάμια. Γενικά η εκκλησία έχει λίγο φως. Απ’ έξω, πάνω από το μικρό παράθυρο, στη δυτική επιφάνεια του τόξου του καθολικού υπάρχει ένα σημάδι γλτ+, ενώ στη βόρεια επιφάνεια σε ένα τούβλο είναι σημειωμένα τα: ΕΠ…Ρ…
Όλη η εκκλησία είναι αγιογραφημένη, μάλιστα στο χαγιάτι και στο μεγαλύτερο μέρος της οι τοιχογραφίες διατηρούνται καλά. Ο πρόναος είναι ξεχωριστά από το καθολικό. Σου δίνει την εντύπωση πως έχει προστεθεί αργότερα.
Απάνω στην είσοδο απ’ τον πρόναο στον καθολικό υπάρχει η επιγραφή:
«Ανηγερθη ο θιος και πανσεπιος ναος του Θεου και Σοτιρως ημων ΙΣ Χου δια σιδρομης κοπου τε και εξοδου των πανιερωτατων μητροποληταδων-Ιακωβος Ζηχνων. Δανιήλ Νευρωκοπου. ηπο χειρος Μιχαηλ Ζωγραφου – εκ τοπου λινοτωπη της Καστωριας –ελαχιστου και αμαρτωλου –ετελιωθη. κατα μηνα Οκτωβριου κη επι ετει δρλε+ (1735)».
Ο αγιογράφος Μιχαήλ έχει κάνει ψηλού επιπέδου καλλιτεχνική δουλειά. Πρέπει να έχει εργαστεί για μακρά χρονική περίοδο.
Μπαίνοντας στο χαγιάτι της εκκλησίας, αντικρίζεις την τοιχογραφία που παρουσιάζει τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, η οποία καλύπτει όλη την επιφάνεια του τοίχου της εισόδου στον πρόναο. Ο Χριστός περιβάλλεται από ένα φωτισμένο σύννεφο που παριστάνεται με έναν κύκλο υπό μορφή κυμάτων. Από τα δεξιά στέκεται η Παναγία με 6 από τους αποστόλους και από τα αριστερά ένας άλλος άγιος που δεν διακρίνεται καλά με τους άλλους 6, όλοι σε στάση παράκλησης. Κάτω από το Χριστό, άγγελοι οι οποίοι προετοιμάζουν ένα τραπέζι όπου πάνω του έχει τοποθετηθεί ο σταυρός και κάτω του τραπεζιού προτομές ειδώλων. Από τα δεξιά, ο χορός των ιεραρχών, των μαρτύρων, των παρθένων κοριτσιών, των γυναικών κλπ.. Από τα αριστερά ένας άγγελος με πύρινη ξιφολόγχη διώχνοντας τους αμαρτωλούς. Τούτη η πλευρά είναι μερικώς κατεστραμμένη. Η όψη αυτού του πλαισίου είναι αρκετά εκφραστική και ζωντανή. Το χαγιάτι, όπως τονίστηκε, ήταν όλο ζωγραφισμένο. Δυστυχώς, το περισσότερο έχει ασβεστωθεί με γαλάζιο χρώμα.
Σε τούτη την πλευρά φυλάσσονται ακόμα και μερικές άλλες τοιχογραφίες όπως εκείνη του δίκαιου Νώε, κλπ. των οποίων κάποια παιδιά τους έχουν καταστρέψει τα μάτια.
Ο πρόναος παρουσιάζει μια όψη ακόμα πιο ωραία. Πάνω στο θόλο ο Παντοκράτορας με το ένα του χέρι ευλογώντας και με το άλλο να κρατάει το Ευαγγέλιο, μοιάζει ολοζώντανος με τον ουρανί μανδύα και την κόκκινη χλαμύδα. Κάτω απ’ αυτόν υπάρχουν γύρω –γύρω άγγελοι φτερουγίζοντας. Κάτω απ΄ τους αγγέλους, άγιοι και άλλοι άγγελοι με λαμπάδες, σταυρούς κλπ. στα χέρια, πιο κάτω απ’ αυτούς οι προφήτες Σολωμός, Δαβίδ, Δανιήλ κλπ., όλοι όρθιοι στο πόδι, και πιο κάτω άλλοι άγιοι μισού αναστήματος σε κύκλους. Στις τέσσερις γωνίες κάτω από τον τρούλο οι 4 ευαγγελιστές.
Στην είσοδο πάνω, από την μέσα μεριά είναι ζωγραφισμένη η φυγή της Παναγίας προς την Αίγυπτο και η παρουσίαση του Αγίου βρέφους στο τέμπλο (μισοκατεστραμμένη). Κάτω από αυτό παρουσιάζεται πολύ όμορφα ο θάνατος του Αγίου Εφραίμ Σιργιάνη και διάφορα στιγμιότυπα από τη ζωή του. Είναι ένας ολόκληρος συνδυασμός. Στο άνω μέσο των τόξων και των άλλων τοίχων που κρατούν τον τρούλο έχουν παρουσιαστεί όμορφα αποσπάσματα από εκκλησιαστική βυζαντινή ποίηση του 7ου αιώνα, που ονομάζεται «Ακάθιστος Ύμνος». Στην εξωτερική πλευρά των τόξων και των τοίχων είναι όρθια ζωγραφισμένοι η Αγία Ευφροσύνη, ο Άγιος Ακάκιος, γιος της Πειθούς, ο Άγιος Ονούφριος γυμνός, με γενειάδα μέχρι τα γόνατα και τα μαλλιά στους ώμους σαν σκελετός, ο Άγιος Δαβίδ ο Θεσσαλονικιός, ο Άγιος Ζωσιμάς και η Παναγία της Αιγύπτου με μπερδεμένα μαλλιά, μισόγυμνη πίσω, κυρίως ο αριστερός ώμος που διακρίνονται καθαρά τα πλευρά της. Ενδιάμεσά τους είναι η καθήλωση Του Κυρίου από τον σταυρό. Συνεχίζουν ο Άγιος Σάββας με μεγάλο μέτωπο και χωριστή γενειάδα,
ο Άγιος Αντώνιος, ο Άγιος Ευθύμιος ευλογώντας και όλος ο μεγάλος χορός των μεγάλων ασκητών.
Και ο καθολικός είναι γεμάτος τοιχογραφίες, που δε διακρίνονται καλά, ίσως από τη φθορά, ίσως από το λίγο φως που έχει. Πάνω απ’ την είσοδο, στην εσωτερική πλευρά είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου. Από τις δυο πλευρές της εισόδου ο Άγιος Πέτρος και ο Παύλος. Δίπλα σε αυτούς ο Άγιος Ορέστης και ένας άλλος Άγιος που δεν διακρίνεται καλά. Πάνω, απ’ το Χριστό, κυκλωμένος σε ένα πλαίσιο ο σταυρός που είναι γραμμένα τα εξής: «Κάθε ψυχή ας δοξάζει τον Κύριo. Δοξάζετε τον Κύριο απ’ τους ουρανούς». Ολόγυρα διάφοροι άγγελοι και άγιοι σε 10 μισούς κύκλους που δε διακρίνονται καλά. Στην βόρεια όψη του τοίχου ο Άγιος Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη, ο Άγιος Νικόλαος κλπ.. Στην νότια όψη του τοίχου ο Άγιος Σίμωνας, ο Άγιος Μάρκος κλπ.. Ανάμεσα στην πάνω και κάτω πλευρά σε ομορφοδεμένους κύκλους παρουσιάζονται διάφοροι άγιοι. Απάνω στο τρούλο είναι ο Παντοκράτορας και σε άλλες πλευρές εκφράσεις που έχουν αλλοιωθεί από τον καπνό και την υγρασία.
Στην αψίδα του ιερού είναι μεγαλόπρεπα η Παναγία «η Πλατυτέρα» σε στάση παράκλησης έχοντας σε ένα τετράγωνο μαντήλι τον Χριστό και από την άκρη δύο άγιους. Διατηρείται καλά. Κάτω από αυτό, ιεράρχες μερικώς κατεστραμμένοι, που δεν διακρίνονται. Έχει και άλλα μέρη τα οποία επίσης δεν διακρίνονται.
Το τέμπλο είναι σκαλιστό.
Στο τέμπλο υπάρχουν τρεις μεγάλες εικόνες.
1) Η εικόνα της προσκυνήτριας Παναγίας με το Χριστό στα χέρια ντυμένη με ένα βαθύ κόκκινο μαντύα, στις αναδιπλώσεις του οποίου είναι σημειωμένοι από τον αγιογράφο υπό μορφή κεντίσματος οι στίχοι κάποιου εκκλησιαστικού ύμνου. Διακρίνονται οι λέξεις: χαιρε κεχαριτωμενη παντανασσα ασπιλε παρθενε…
Στο τέλος της εικόνας είναι η επιγραφή:
+ αλλον ουρανον κεκοσμημενον την σεπτην εικονα σου θεοηντωρ. ηνπερ καθιστορησεν απλετω ποθω Γαβριηλ ιερομοναχος και θειτης. χειρ δε υπαρχει Ονουφριου κυπριου. αρχιερατευοντος δε του πανοσιωτατου επισκοπου Ματθαιου Δρυινοπολεως. ηγουμενενοντοσ δε Καλλιστου ιερομοναχου. επι ετους ΑΧΙΔ (1614) απο Χριστου.
2) Η εικόνα του Χριστού ο οποίος δε διακρίνεται καθόλου. Διακρίνεται η χρονολογία, που είναι η ίδια με αυτή της Παναγίας.
3) Η εικόνα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ο οποίος διακρίνεται λίγο καλύτερα και έχει το σημείωμα:
Δεησις Δανιηλ Μητροπολιτου Νευροκοπιου ετος ΑΧΙΕ ΧΥ (1615 μ.Χ). χειρ Ονουφριου Κυπριου.
Εκτός αυτών έχει και άλλες δυο μεγάλες και εννιά μικρότερες εικόνες που δείχνουν δεσποτικές γιορτές .
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο Ν. Μιστακίδης στις δικές του Χρονολογικές Σημειώσεις σε αυτό το Μοναστήρι υπήρχε και ένα Ευαγγέλιο του VI αιώνα από μεμβράνη, που σήμερα δε βρίσκεται.
Το Μοναστήρι δε συντηρείται καλά. Μέσα έχουν καθίσει ζωντανά. Αφού είναι σε συνοριακή ζώνη, δε γίνεται λειτουργία. Ανάμεσα στα άλλα αντικείμενα που έχει, είναι και ένα αργυρό κιβώτιο σκαλισμένο με διάφορα θρησκευτικά γεγονότα. Έχει χρονολογία 1814 και επιγραφή: είναι έργο του καλόγερου Θεοκλή.
Από τη δυτική πλευρά της εκκλησίας έχει ανεγερθεί, το 1815 το καμπαναριό.
Πολιτισμός
Ο Αγιογράφος Μιχαήλ μαζί με τον Κωνσταντίνο και Νικόλαο έχουν κάνει υψηλή καλλιτεχνική δουλειά που διήρκησε τέσσερα χρόνια (1622-1626).
Οι πίνακες μαρτυρούν δείγματα καλλιτεχνικής ικανότητας.
Ο Άγιος Κοσμάς άνοιξε στο μοναστήρι το πρώτο σχολείο με δάσκαλο τον Παπα-Γοδώση και επιτροπή του σχολείου με επίτροπο τον Ιωάννη Πάνο. Επιστάτες τον κ. Δήμο του Παπα-Ιωάννη και τον κ. Σταύρο του Δήμου.
Η μονή είχε καλή βιβλιοθήκη, στην οποία ο Πουλίτσας μαρτυρεί ότι εντόπισε και αρκετά χειρόγραφα και σημειώσεις.
Στο μοναστήρι υπήρχε κι ένα μεγάλο ευαγγέλιο του 6ου αιώνα σύμφωνα με τον Ν. Μιστακίδη.
Οι επίσκοποι Ιωακείμ, Ιακώβ και Δανιήλ μόρφωσαν γενιές και χειροτονούσαν παπάδες. Μάλιστα ο ένας από τους επισκόπους ήταν πνευματικός που πήγαινε και στα χωριά για ξομολογήσεις.
Οικονομικά
Κατά τον Σπυρομήλιο, το ετήσιο εισόδημα της μονής ανερχόταν σε 1.000 τουρκικές λίρες, από τις οποίες έδινε στο σχολείο της Τσιάτιστας τις 10.
Το μοναστήρι βοηθούσε χρηματικά και υλικά την ελληνική επανάσταση του 1821.
Το μοναστήρι είχε ανθηρή κτηνοτροφική μονάδα. Πολλά γελάδια, μουλάρια, φοράδες. Είχε 12 στρέμματα αμπέλι με καρποφόρα δένδρα και ανθοκηπευτικά.
Κτιριακά
Γύρω από την εκκλησία υπήρχε ένας οικισμός με 5 υπνοδωμάτια και 2 κουζίνες και μεγάλο σαλόνι μπροστά στα δωμάτια. Κοντά στον πρόναο πούσι με ευρεία στέγη που το νερό το μεταχειρίζονταν για καθαριότητα και μαγειρική. Στο υπόγειο της μεγάλης κουζίνας ήταν το μεγάλο βαρέλι με το κρασί, το δε καμπαναριό φέρει την χρονολογία 1815.
Όμως, στις 14 Ιουνίου του έτους 1944 ο οικισμός έγινε παρανάλωμα φωτιάς από τους κατακτητές Γερμανούς. Το δερμάτινο ευαγγέλιο που ήταν κλειδωμένο στο ντουλάπι το πήραν μαζί τους.
Οι χρόνοι που ακολούθησαν, όχι μόνον δεν ανοικοδόμησαν τίποτε, αλλά συνέχισαν ακόμη περισσότερο την καταστροφή των όσων είχαν μείνει στο εσωτερικό του ναού (πίνακες κ.ά.), τα δε καιρικά φαινόμενα έβαλαν κι αυτά το χέρι τους για να καταλήξουμε τελικά στην σημερινή θλιβερή εικόνα.
Και τώρα;
Ακολουθούν φωτογραφίες από το χώρο του Μοναστηριού.